Page Nav

HIDE

Grid

GRID_STYLE

Classic Header

{fbt_classic_header}

Header Ad

//

Breaking News:

/Επικαιρότητα

Σύρος – Τήνος – Μύκονος. Ένα ταξίδι – αφιέρωμα στην οινοποιία των τριών νησιών

Ένα από τα πιο γνωστά δρομολόγια από Πειραιά για Κυκλάδες τη δεκαετία του ’90 ήταν η γραμμή Σύρος – Τήνος – Μύκονος. Οι τουρίστες ταξί...

Διαβάστε επίσης

Ένα από τα πιο γνωστά δρομολόγια από Πειραιά για Κυκλάδες τη δεκαετία του ’90 ήταν η γραμμή Σύρος – Τήνος – Μύκονος. Οι τουρίστες ταξίδευαν ώρες για τα τρία νησιά του Αιγαίου, με πλοία που πλησίαζαν ή είχαν περάσει την ηλικία απόσυρσης. Θαλάσσια διαδρομή εξίσου δημοφιλής με την κλασσική Πάρος- Νάξος-Ίος- Σαντορίνη.

Η χρήση νέων πλοίων στις ελληνικές θάλασσες και το άνοιγμα των γραμμών στα τέλη του ’90 έφερε τα νησιά πιο κοντά στην Αττική. Νέα δρομολόγια έχουν προστεθεί στα ήδη υπάρχοντα, και τα ταχύπλοα σκάφη καλύπτουν την απόσταση από Πειραιά και Ραφήνα σε δύο ώρες για το πρώτο λιμάνι τους.

Το δικό μας ταξίδι στις Κυκλάδες είναι οινικό. Παίρνουμε το πλοίο της γραμμής και περιδιαβαίνουμε τα αμπελοτόπια σε μια προσπάθεια αποτύπωσης των οινικών δρώμενων.

Σύρος, η παλιά Αγαπημένη
        Αμπελώνας στην Παρακοπή της Σύρου

Πρώτη στάση η Σύρος. Πολύ κοντά στην πρωτεύουσα του νησιού, την Ερμούπολη, στην περιοχή του Λαγκαδά, στον Τάλαντα, βρίσκεται ένα από τα μικρότερα οινοποιεία της Ελλάδας. Το «Οινοποιείο Σύρου» αποτελεί δημιούργημα του οινολόγου Νίκου Χατζάκη. Εργάστηκε ως οινολόγος σε μεγάλα οινοποιεία πριν καταλήξει στη Σύρο, «λόγω έρωτα» όπως λέει, καθώς το νησί είναι τόπος καταγωγής της συζύγου του Νικολέτας Μακρυωνίτου.

    Ο οινοποιός Νίκος Χατζάκης
Ξεκίνησε την προσπάθειά του το 2011 όταν κατάφερε συνεργαζόμενος με αμπελοκαλλιεργητές του νησιού να κυκλοφορήσει το πρώτο του κρασί, τη Φάμπρικα. Λευκά σταφύλια από διαφορετικά αμπελοτόπια του νησιού (Μονεμβασιά και λευκή Κουντούρα) δίνουν ένα έντονο φρουτώδες κρασί, ενώ η ερυθρή έκδοση φτιάχνεται από Μανδηλαριά και το αποτέλεσμα είναι ένα ευχάριστο φρέσκο κόκκινο κρασί, ελαφρύ και δροσερό. Είναι εμφιαλωμένο ένα-ένα στο χέρι, ενώ με χειρωνακτικό τρόπο θα μπουν και οι ετικέτες. Είναι μία κοπιαστική δουλειά αποτέλεσμα της προσπάθειας κυρίως ενός ανθρώπου. Ο Νίκος Χατζάκης καταπιάστηκε και με το Ασσύρτικο, την πιο γνωστή ποικιλία σταφυλιού στις Κυκλάδες, και έφτιαξε ένα κρασί που το ονόμασε «Σαν τα Μάραθα». Ωραίες οξύτητες και έντονα φρούτα στο στόμα με κυρίαρχο το άρωμα του λεμονιού και του κίτρου. Στην πιο πρόσφατη δουλειά του ασχολήθηκε με την τοπική ποικιλία των Κυκλάδων που ονομάζεται Σερφιώτικο και κυκλοφόρησε μια ιδιαίτερη ετικέτα.

Πνεύμα ανήσυχο ο ίδιος, δεν σταματάει να κάνει σχέδια και να πειραματίζεται. Συμμετέχει σε ένα μεγάλο καινούργιο οινικό project που στήνεται στο νησί, που θα έχει εκτός των άλλων και οινοτουριστικό προφίλ. Η πώληση σε ξένους επισκέπτες τοπικού κρασιού είναι για τον Χατζάκη (και για πολλούς άλλους οινοποιούς) η καλύτερη εξαγωγή. Στην κουβέντα μας είναι εμφανής η αγάπη του για το νησί, τον πολιτισμό και την κουλτούρα που κουβαλάει. Η προσπάθειά του επικεντρώνεται στην ανάδειξη των τοπικών ποικιλιών και του ξεχωριστού χαρακτήρα των κρασιών του νησιού. Ο κύριος όγκος της παραγωγής του, που φτάνει τις 20.000 φιάλες για φέτος, «φεύγει» στο νησί, ενώ η συνεχώς αυξανόμενη ζήτηση τον οδηγεί σε νέες συνεργασίες με παραγωγούς, αλλά και σε νέες φυτεύσεις σε ιδιόκτητα ή νοικιασμένα αμπέλια που διαχειρίζεται.


Το ροζέ, απέσπασε πολύ καλές κριτικές στην πρώτη παρουσίαση του, που έγινε στο πλαίσιο του φετινού Οινοράματος, αλλά και στο Drink Pink, την έκθεση που έγινε τον Ιούνιο. Και τα δύο κρασιά διακρίνονται για τον έντονο αρωματικό φρουτώδη χαρακτήρα και την αίσθηση φρεσκάδας, τόσο στη μύτη, όσο και στο στόμα. Ο Edward πρόσφατα αγόρασε ένα αμπέλι στο χωριό, με Σερφιώτικο ηλικίας 30 ετών, και σύντομα αναμένεται να επεκταθεί κι άλλο. Υποστηρίζει φανατικά τη βιολογική καλλιέργεια. Σκοπεύει μέχρι του χρόνου η δική του καλλιέργεια, αλλά και τα σταφύλια που προμηθεύεται από συνεργαζόμενους παραγωγούς να είναι βιολογικά, με σκοπό να ακολουθήσει στη συνέχεια και τα πρωτόκολλα της βιοδυναμικής.

Στη φιλοσοφία τους περιλαμβάνεται η προσπάθεια ανάδειξης των σπάνιων τοπικών ποικιλιών, ενώ όπως λέει ο Edward: «ακούμε προσεκτικά αυτά που έχουν να μας πουν οι αγρότες, καθώς εκείνοι έχουν την εμπειρία».

    Ο οινοποιός Edward Maitland-Makgill-Crichton

Η σχέση του με το νησί είναι πολύ ιδιαίτερη. Η οικογένειά του αγόρασε στα Χρούσα πριν από 40 χρόνια ένα σπίτι, όπου περνούσαν τα καλοκαίρια τους. Σε ένα από αυτά τα ζεστά καλοκαίρια γνώρισε και την μελλοντική σύζυγό του Eillen, η οικογένεια της οποίας έμενε δίπλα στη δική του, στο νησί. Ο ίδιος είχε ολοκληρώσει τις σπουδές του στην Οξφόρδη, και ταξίδευε σε όλο τον κόσμο. Ερωτεύτηκαν και παντρεύτηκαν «πολύ γρήγορα» και το κοινό τους πια ταξίδι είχε τελικό προορισμό την Ελλάδα. Πρώτος σταθμός, για δέκα «δύσκολα χρόνια», όπως θυμούνται, η Αθήνα της κρίσης, μέχρι που τελικά πήραν την απόφαση να επιστρέψουν στα αγαπημένα ζεστά καλοκαίρια της Σύρου και να ανοίξουν το δικό τους οινοποιείο.

Ο Εdward και η Eillen Botsford Βελισσαροπούλου, που είναι εικαστικός, public artist και εκπαιδευτικός, με καταγωγή από τη Σύρο, ήξεραν πως με αυτόν τον τρόπο θα έδιναν την ευκαιρία στα τρία παιδιά τους να μεγαλώσουν κοντά στη φύση, σε ένα περιβάλλον μακριά από το θόρυβο της πόλης. Η ευτυχία τους μεταφέρθηκε στις ετικέτες των κρασιών τους. Το όνομα «Σύρα» (Σύρος) σύμφωνα με την επικρατούσα εκδοχή προέρχεται από τους πρώτους κατοίκους του νησιού, τους Φοίνικες, ενώ σύμφωνα με μια δεύτερη, προέρχεται από το «Συρ» που σημαίνει βράχος. «Ουσύρα» στα φοινικικά σημαίνει ευτυχής. «Θέλουμε οι άνθρωποι που αγοράζουν το κρασί μας ουσιαστικά να αγοράζουν εμάς, την ιστορία και τον τρόπο ζωής μας» μας λένε με απλότητα.



Καλοκαιρινός προορισμός που «ανεβαίνει» συνεχώς, το νησί της Τήνου διεκδικεί με αξιώσεις μία θέση πολύ ψηλά στη λίστα των οινόφιλων για διακοπές. Συνδυάζουν τη χαλάρωση και την ξεκούραση με την επίσκεψη σε κάποιο από τα οργανωμένα Κτήματα του νησιού. Στην Τήνο αναπτύχθηκε τον 20ο αιώνα κυρίως, ένα από τα πιο διαδεδομένα είδη θεματικού τουρισμού, αυτό του θρησκευτικού. Ωστόσο, σήμερα ο γαστρονομικός τουρισμός -με πρωτεργάτες τους ανθρώπους που τρέχουν το project «Tinos Food Paths»- αλλά και ο οινοτουρισμός φαίνεται ότι κερδίζουν όλο και περισσότερο το ενδιαφέρον των επισκεπτών.

Τα κρασιά έχουν αποκτήσει ποιότητα και φήμη, που λειτουργεί ως εφαλτήριο για τις δραστηριότητες που κινούνται γύρω από το κρασί, όπως οι περιηγήσεις, οι οινογνωσίες και η γαστρονομία.


Η Τήνος νοείται συνδεδεμένη με το κρασί στο πέρασμα των χρόνων, με αναφορές για την πρωτεύουσα θέση του στη ζωή των κατοίκων από την αρχαιότητα. Τα ευρήματα στο αρχαιολογικό μουσείο επιβεβαιώνουν την ιδιαίτερη λατρεία των ανθρώπων της προς τον Διόνυσο.

Η οινική πορεία του νησιού ήταν αδιάκοπη μέχρι τον 17ο αιώνα, με περιηγητές από την εποχή του Βυζαντίου αλλά και της Ενετοκρατίας να μνημονεύουν ειδικά την καλή ποιότητα των κρασιών που παρήγαγε το νησί. Η απόφαση του ανακριτή Πασκουαλίνγκο για εκρίζωση των αμπελιών προκειμένου να αυξηθεί η παραγωγή σιτηρών, άλλαξε την κατάσταση για κάποιες δεκαετίες, αλλά από τα μέσα του 19ου αιώνα η παραγωγή είχε ήδη αυξηθεί φτάνοντας τα 6000 βαρέλια κρασί το 1858 από τα οποία το ένα τρίτο προορίζονταν για εξαγωγή. Τον 20ο αιώνα οι καλλιέργεια του αμπελιού μειώθηκε σημαντικά, ανακάμπτοντας ουσιαστικά από τις αρχές του 21ουαιώνα.

    ξωκλησι του Αγίου Νικολάου
Στην Τήνο υπάρχουν αυτή τη στιγμή έξι επιχειρήσεις που παράγουν κρασί. Αυτή που ξεχωρίζει έχει την επωνυμία «Τηνιακοί Αμπελώνες». Πρόκειται για το εγχείρημα που άνοιξε το δρόμο ώστε να ακολουθήσουν τα βήματα του Αλέξανδρου Αβατάγγελου κι άλλοι άνθρωποι στο νησί. Από το 2002 στην περιοχή του Φαλατάδου, σε ένα τοπίο που δεν θυμίζει κυκλαδονήσι αλλά εικόνα από άλλο πλανήτη, έχουν φυτευτεί αμπέλια σε γρανιτικό έδαφος και σε σχετικά υψηλό, για τα δεδομένα του τόπου, υψόμετρο. Η θέση αυτή δέχεται μεγάλες βροχοπτώσεις. Ειδικά ο φετινός χειμώνας έδωσε ποσότητα νερού τριπλάσια από τον ετήσιο μέσο όρο.

Ο πρώτος τρύγος εδώ έγινε το 2008 στην περιοχή των Στεγαστών, και σήμερα η παραγωγή φτάνεις τις 30.000 φιάλες. Ασσύρτικο και Μαλαγουζιά είναι οι δύο λευκές ποικιλίες που καλλιεργούνται, ενώ στα κόκκινα επιλέχθηκαν Μαυροτράγανο και Αυγουστιάτης. O μεγαλύτερος αμπελώνας βρίσκεται στα Στεγαστά, με έκταση 60 στρέμματα, που με τις νέες φυτεύσεις θα φτάσει τα 80. Στον Ράσονα έχουν φυτευτεί άλλα 30 στρέμματα με Μαυροτράγανο σε αργιλώδες και αμμώδες έδαφος, ενώ άλλα 25 βρίσκονται στον Άγιο Δημήτριο Φαλατάδου.


Ο Αλέξανδρος Αβατάγγελος με τον Gérard Margeon (chef sommelier & wine director των εστιατορίων του Alain Ducasse, σε όλο τον κόσμο) βλέποντας τους τεράστιους γρανιτένιους βράχους οραματίστηκαν έναν αμπελώνα. Ο πρώτος οινολόγος του Κτήματος ήταν ο Θάνος Φακορέλλης, που έστησε το project. Σήμερα η σκυτάλη έχει περάσει στον Stéphane Derenoncour, ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα στον κόσμο -αν όχι το σπουδαιότερο- στον τομέα της συμβουλευτικής αμπελουργίας. Ο ίδιος και η ομάδα του επιδιώκουν κυρίως να εκφράσουν το χαρακτήρα και την ταυτότητα των αμπελιών ως ζωντανό οργανισμό του εδάφους στο οποίο μεγαλώνουν, του κλίματος στο οποίο εκτίθενται και του έργου των ανθρώπων που τα καλλιεργούν.

Συνολικά κυκλοφορούν έξι ετικέτες με τις επωνυμίες: Clos Stegasta (Ασσύρτικο το λευκό και Μαυροτράγανο το κόκκινο), T-oinos (Mαλαγουζιά η λευκή ετικέτα και blend Αυγουστιάτη με Μαυροτράγανο η ερυθρή) και τέλος Mavrose (ροζέ από το ίδιο blend) και το Mavro (100% Μαυροτράγανο). Μεγάλο μέρος αυτή της μικρής παραγωγής εξάγεται και τα κρασιά αυτά θα τα συναντήσει κανείς στις λίστες των καλύτερων εστιατορίων του κόσμου.

Όπως μας λέει ο οινολόγος Θάνος Γεωργιλάς, υπεύθυνος του οινοποιείου:

«Σκοπός μας είναι να φτιάχνουμε κρασιά που εκφράζουν το terroir του νησιού και τα χαρακτηριστικά των ποικιλιών που καλλιεργούμε: Ενέργεια, καθαρότητα, ένταση και ακρίβεια. Πέντε άνθρωποι δουλεύουν καθημερινά στο αμπέλι με επικεφαλής τον υπεύθυνο αμπελώνων Μιχάλη Τζανουλίνο. Στόχος μας είναι να παράγουμε 20.000 φιάλες Ασσύρτικο το χρόνο και περίπου 10.000 φιάλες Μαυροτράγανο. Θέλουμε να συνεχίσουμε να δουλεύουμε εντατικά κυρίως με τις δύο αυτές ποικιλίες. Προσπαθούμε να εξελισσόμαστε και να γινόμαστε καλύτεροι κάθε χρόνο. Το ίδιο συμβαίνει και με τα φυτά, δίνουν όλο και καλύτερη ποιοτικά πρώτη ύλη και προφανώς ένα καλό σταφύλι μπορεί να δώσει ένα καλό κρασί.»


   Ο οινοποιός Μιχάλης Κοντιζάς
«Δουλέψαμε περίπου ένα χρόνο στην αρχή για να μετατρέψουμε το τοπίο αυτό σε αμπελώνα. Τεράστιες πέτρες που έπρεπε να σπάσουν η να μετακινηθούν. Δημιουργήσαμε τις αναβαθμίδες για να συγκρατείται το χώμα και φυτέψαμε. Από εκεί και πέρα όλη η δουλειά εδώ είναι χειρωνακτική. Δεν χρησιμοποιούμε μηχανήματα και θέλω να πιστεύω ότι η προσπάθεια που κάνουμε αντανακλάται στο κρασί. Τα κρασιά της Τήνου έχουν δύο χαρακτηριστικά. Το πρώτο είναι η ορυκτότητα, που προέρχεται προφανώς από τα γρανιτώδη εδάφη της περιοχής μας και το δεύτερο είναι η αίσθηση της αλμύρας στο στόμα. Οι άνεμοι που φυσάνε από τη θάλασσα και «χτυπάνε» τα κλήματα μεταφέρουν τη θάλασσα πάνω στα τσαμπιά και αυτή η αίσθηση περνάει στη γεύση», λέει.

Στόχος του είναι η παραγωγή ποιοτικού κρασιού από τη μία και η συμβολή στην ανάδειξη του νησιού ως οινικό προορισμό. Για αυτό ανακαίνισε την παλιά «κατοικιά» που υπήρχε στο κτήμα. Η «κατοικιά», είναι ένα σύνολο πέτρινων κτισμάτων που χρησιμοποιείται από τις αγροτικές οικογένειες ως προσωρινή στέγη την περίοδο της συγκομιδής των καρπών από τα χωράφια, αλλά και της βοσκής των ζώων. Για το λόγο αυτό χτίζονταν πολύ κοντά ή μέσα στο χωράφι ώστε να διευκολύνονται οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι. Κυριαρχεί ο χώρος που μένει η οικογένεια. Άλλα κτίσματα περιλαμβάνουν συνήθως το μαντρί, τις αποθήκες για τη σοδειά και σε κάποιες περιπτώσεις το λιοτρίβι, το αλώνι και το πατητήρι

Ο Μιχάλης μαζί με τη γυναίκα του, την Ειρήνη, φιλοδοξούν η δική τους «κατοικιά» να γίνει μια φιλόξενη στέγη για τους οινόφιλους που επισκέπτονται το κτήμα, με τα αναγκαία για μια σωστή γευσιγνωσία και την αποθήκευση των κρασιών. Ο οινοτουρισμός είναι κομμάτι που καταλαμβάνει μεγάλο χώρο στη σκέψη τους, και χρόνο στην ενασχόληση τους με το κρασί. Το κτήμα τους είναι επισκέψιμο, αρκεί να προηγηθεί μια συνεννόηση. Η εμπειρία της επίσκεψης ολοκληρώνεται στον ίσκιο των δέντρων με ένα ποτήρι κρασί και την αφήγηση της ιστορίας από το ζευγάρι. Μοιράζονται το πάθος για τον τόπο τους και για το κρασί με σεμνότητα, γνώση και απόλυτα ρεαλιστική προσέγγιση για αυτό που κάνουν.

    Στεγασμένο πατητήρι στην Τήνο
Η ξενάγηση στους αμπελώνες περιλαμβάνει επίσης κάτι πολύ ξεχωριστό και ιδιαίτερο. Στον αμπελώνα με το Ασσύρτικο θα βρούμε ένα από τα μοναδικά σκεπαστά πατητήρια που στέκουν μέχρι σήμερα. Τα πατητήρια που εφάπτονται στα αμπέλια είναι μια συνηθισμένη εικόνα στις Κυκλάδες. Οι αγρότες πατούσαν τα σταφύλια αμέσως μετά τη συγκομιδή και γι’ αυτό έφτιαχναν με αυτό τον τρόπο τα πέτρινα πατητήρια.

Η διαφορά στην Τήνο, και συγκεκριμένα στην περιοχή του Φαλατάδου, είναι η σκεπή που τους προστάτευε από τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες και κυρίως από τους ισχυρούς ανέμους και τη βροχή. Τα μικρά, χαμηλά στεγασμένα πατητήρια ονομάζονταν Στεγαστά κι από αυτά πήρε το όνομα της όλη η περιοχή των Στεγαστών.



Ο Γιάννης Μωραΐτης περιγράφει το όνειρο του: «Θεωρώ ότι η Τήνος μπορεί να δώσει ένα μεγάλο κρασί που θα ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο. Τα εδάφη είναι μοναδικά, υπάρχουν τουλάχιστον τρία διαφορετικά terroir. To έδαφος, τα υψόμετρα, οι μεγάλες διαφορές που επικρατούν, ακόμα και στις καιρικές συνθήκες, κάνουν τον κάθε αμπελώνα ξεχωριστό. Τα κρασιά του νησιού χαρακτηρίζονται από οξύτητα και έντονο αρωματικό χαρακτήρα ο οποίος προκύπτει από τις ποικιλίες που καλλιεργούνται».

Το «Οινοποιείο Βαπτιστής» κυκλοφορεί λευκά, ροζέ και κόκκινα κρασιά, πέντε ξηρά και ένα γλυκό από ελληνικές ποικιλίες που δοκιμάστηκαν και δείχνουν ότι προσαρμόζονται στις συνθήκες της Τήνου. Ασσύρτικο, Μονεβασιά, Ροδίτης, το σπάνιο Μαυροθήρικο με προέλευση από τη Νίσυρο και ακόμα Μαυροτράγανο και Μανδηλαριά. Ο Γιάννης Μωραΐτης δεν σταματάει τις δοκιμές και τους πειραματισμούς στην καλλιέργεια, αλλά και στην οινοποίηση, ενώ στα κρασιά που δοκιμάσαμε μαζί του είχαμε την ευκαιρία να δούμε και τη μικρή εξέλιξη σε κάποιες από τις ετικέτες του από το 2016 μέχρι σήμερα.


   Ο οινοποιός Χρήστος Φόνσος
Πολλά εστιατόρια, κάβες και μπαρ στηρίζουν την καλή δουλειά που γίνεται και διαθέτουν στους πελάτες τους κρασιά και από τους έξι παραγωγούς της Τήνου προάγοντας με αυτό τον τρόπο τα τοπικά προϊόντα, κάτι που δεν το συναντάμε σε πολλές άλλες οινοπαραγωγικές ζώνες.

Άλλη μια οινική προσπάθεια, που ξεκίνησε πρόσφατα στην Τήνο και δείχνει να έχει καλές προοπτικές, είναι στο χωριό Εξώμβουργο από τον Θεόδωρο Κοσμόπουλο που ίδρυσε το οινοποιείο X-Bourgo. Ξεκίνησε το 2011 με σκοπό να ασχοληθεί με τη γη. Φύτεψε 8 στρέμματα σε μια πλαγιά του Τριπόταμου και δημιούργησε έναν αμπελώνα που εκτείνεται σε 11 πεζούλες. Οι αναβαθμίδες αποτελούν ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά του τοπίου των Κυκλάδων και στη συγκεκριμένη περίπτωση μεταμόρφωσαν την επικλινή πλαγιά σε καρπερό χωράφι.

Ελληνικές παραδοσιακές ποικιλίες συναντούμε και εδώ. Ένα λευκό κρασί από Ασσύρτικο κι ένα ερυθρό από Μαυροτράγανο και Μαυροθήρικο που προέρχονται αποκλειστικά από τον ιδιόκτητο αμπελώνα. Τα σταφύλια μεταφέρονται στην Αττική και οινοποιούνται σε οινοποιείο των Μεσογείων, όμως ο αμπελώνας είναι ανοιχτός στους επισκέπτες. Η βόλτα ανάμεσα στα αμπέλια και η ξενάγηση που πραγματοποιείται κατόπιν ραντεβού ολοκληρώνεται με τη γευσιγνωσία των κρασιών στον δροσερό ίσκιο των δέντρων και στα μικρά κτίσματα του κτήματος.

Στην κουβέντα μας ο Jerome αναφέρεται συχνά στην έννοια vigneron. Έτσι χαρακτηρίζει τον εαυτό του. Ως έναν αμπελουργό που παράγει κρασί. Η φιλοσοφία του χαρακτηρίζεται από την επιμονή και τη στόχευση. Παράγει φυσικά κρασιά με ελάχιστη ή μηδενική παρέμβαση. Κρασιά που μπορούν να χαρακτηριστούν χειροποίητα. Χειρωνακτική καλλιέργεια και φυσικά τρύγος με το χέρι και παραδοσιακό πάτημα πρώτα με τα πόδια. Εμφιάλωση ένα προς ένα, ετικετάρισμα και πακετάρισμα. Ακόμα κι αν ήθελε δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει μηχανήματα για να τρυγήσει σε τέτοια μέρη, αλλά το βασικό είναι ότι αυτές οι μέθοδοι απέχουν πολύ από την προσέγγισή του.

Έχει βιολογική πιστοποίηση και ακολουθεί κάποιες μεθόδους βιοδυναμικής γεωργίας τα οποία όμως προσαρμόζει στις συνθήκες. Για παράδειγμα δεν χρησιμοποιεί κοπριά από αγελάδες, όπως απαιτείται στο σχετικό πρότυπο, αλλά από κατσίκες που βόσκουν εκεί. Στην ουσία φροντίζει να παράγει υψηλής ποιότητας πρώτη ύλη για να φτιάξει σπουδαία κρασιά με αντοχή στον χρόνο. Υγιές και δυνατό σταφύλι ώστε να μη χρειάζεται παρέμβαση. Θεωρεί οδηγό τη διαίσθηση και την καρδιά του, και όπως λέει, μαθαίνει από τα λάθη του.


    Ο vigneron Jerome Binda
Με σεβασμό στις οινικές ρίζες του νησιού καταπιάνεται με τις σπάνιες τοπικές ποικιλίες, όπως το Άσπρο Ποταμίσι, το Μαύρο Ποταμίσι, το Κουμαριανό, αλλά και το παρεξηγημένο Ροζακί. «Για μένα είναι πολύ ιδιαίτερο σταφύλι και αν προσέξεις είναι διαφορετικό ακόμα και από χωριό σε χωριό. Από αυτό έφτιαχναν κυρίως ρακί, γιατί πίστευαν ότι δεν μπορεί να δώσει καλό κρασί. Ναι, του λείπει η οξύτητα, αλλά αν το πιστέψεις και δουλέψεις σωστά θα δεις καλά αποτελέσματα», σημειώνει. Καλλιεργεί επίσης Κοντούρα, Μανδηλαριά, Μαυροτράγανο, Ασσύρτικo και Syrah. Μάλιστα από τις δύο τελευταίες ποικιλίες καλλιεργεί σπάνιους κλώνους, αλλά σε αυτό το κομμάτι θα επανέλθουμε πιο αναλυτικά σε μια νέα ιστορία. Τα κλήματα έχουν ηλικία που ξεπερνά σε κάποιες περιπτώσεις και τα 150 χρόνια. Είναι φυτεμένα σε αμμώδες έδαφος σε αντίθεση με το υπόλοιπο νησί που έχει κυρίως γρανιτικά εδάφη.
Πιστεύει στις δυνατότητές των σταφυλιών του νησιού, βλέπει τις δυσκολίες και προσπαθεί να τις υπερκεράσει και να δώσει στα κρασιά τον χαρακτήρα του τόπου. Φρεσκάδα, αλμύρα, βοτανικότητα και έντονη ορυκτή γεύση. Αρώματα ευγενικά με έμφαση στο φρούτο. Αίσθηση της θάλασσας και του αέρα του Αιγαίου. Αυτά σου μένουν από τα κρασιά του Jerome. Οι ετικέτες αλλά και τα ονόματα των κρασιών του είναι ιδιαίτερα ευφάνταστα και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Αγαπάει την τέχνη αλλά και τη γραφιστική και το αποτέλεσμα (προφανώς πρόκειται για δική του δουλειά) είναι ξεχωριστό.
Η επωνυμία του Domaine De Kalathas έχει αρχίσει να γίνεται γνωστή στην Ελλάδα αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη, στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά. Συνολικά εξάγει σε δέκα χώρες. Τα κρασιά του πουλιούνται σε δύσκολες αγορές, όπως της Γαλλίας, της Ελβετίας, της Βρετανίας, της Γερμανίας, της Σουηδίας και της Δανίας. Φιγουράρουν σε λίστες κορυφαίων βραβευμένων εστιατορίων. Από τα περίπου 45 στέμματα παράγει κάθε χρόνο 10.000 φιάλες, κάτι που σημαίνει ότι οι στρεμματικές αποδόσεις είναι εξαιρετικά χαμηλές.
«Αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε εδώ είναι να ζήσουμε τον τόπο και να τον εκφράσουμε στο κρασί. Χρειάζεται να αποκτήσεις δυνατή σχέση. Με το αμπέλι, με οτιδήποτε άλλο υπάρχει στο χώρο. Τα δέντρα, τα φυτά τα ζώα και φυσικά τους ανθρώπους που ζουν μαζί σου. Η διαφορά προκύπτει από τον τρόπο του καθενός, γιατί ακόμα κι αν μαζέψουμε το ίδιο σταφύλι δεν θα φτιάξουμε ακριβώς το ίδιο κρασί….» μας λέει.

 
Επόμενο λιμάνι μας είναι αυτό της Μυκόνου. Στο πιο κοσμικό νησί της χώρας, η καλλιέργεια του σταφυλιού και η παραγωγή κρασιού δεν είναι από τις πιο δημοφιλείς δραστηριότητες. Αντίθετα είναι γνωστή σε όλο τον κόσμο η κατανάλωση κρασιού τους καλοκαιρινούς μήνες στα γνωστά beach bar και εστιατόρια του νησιού με τα τεράστια ποσά που ξοδεύονται για τις πολύλιτρες φιάλες σαμπάνιας και σπάνιων κρασιών.
Δύο προσπάθειες όλες κι όλες καταγράφονται στο νησί και είναι εκ διαμέτρου αντίθετες ως προς το μέγεθος του εγχειρήματος. Η πρώτη προέρχεται από ένα μεγάλο Κτήμα της βόρειας Ελλάδας και η δεύτερη είναι μια μικρή προσωπική προσπάθεια ενός οδοντίατρου από όπου και θα ξεκινήσουμε.
Ο Γιώργος Ξυδάκης  στο οικογενειακό αγρόκτημα καλλιεργεί τοπικές ποικιλίες όπως Παριανό, Κουντούρα, Σερφιώτικο, Ασπρο και Μαύρο Ποταμίσι αλλά και τις εξαιρετικά σπάνιες: Μαύρη Ασκαθαριά, Αγιαννιώτικο, Κουφόρρωγο, Ξερομαχαιρούδες και εμφιαλώνει το κρασί που παράγει στο μικρό-οινοποιείο στην Κούτελα. Η ποικιλιακή σύνθεση μπορεί να διαφέρει χρόνο με τον χρόνο, ανάλογα με το πώς πήγε η σοδειά. Το αμπέλι και το υπόλοιπο κτήμα που δίνει φρούτα και λαχανικά έχουν πιστοποίηση βιολογικής καλλιέργειας από τον οργανισμό ΔΗΩ. Πρόκειται για μια προσπάθεια που ξεκίνησε ως ερασιτεχνική από έναν άνθρωπο που ασχολήθηκε κυρίως με το αμπέλι και τις κυκλαδίτικες ποικιλίες. Τα τελευταία χρόνια όμως οι σπάνιες φιάλες του κλέβουν την παράσταση σε γευσιγνωσίες και συζητήσεις οινόφιλων.


Το οινοποιείο έχει ιδιόκτητα χωράφια έκτασης 70 στρεμμάτων, τα οποία ξεκίνησαν να φυτεύονται σταδιακά από την άνοιξη του 2019. Οι ποικιλίες που έχουν ήδη φυτευτεί είναι γηγενείς, Ασσύρτικο, Μαντιλάρι, Μαυροτράγανο και Μονεμβασιά, οι οποίες θα χρησιμοποιηθούν στην παραγωγή λευκών και ροζέ κρασιών. Τα αποτελέσματα αναμένονται σύντομα.
ert.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια